(Tου Απόστολου Λακασά - απο την εφημ. Καθημερινή)
Bλέπουμε το δέντρο και χάνουμε το δάσος. Ζιγκ ζαγκ με τη… νοημοσύνη κάνει η απόφαση δικαστηρίου να αποσυρθεί από τις σχολικές βιβλιοθήκες το «προκλητικό», όπως εν ολίγοις χαρακτηρίστηκε, βιβλίο της Ερσης Σωτηροπούλου με τίτλο «Ζιγκ ζαγκ στις νεραντζιές».
Ο λόγος που προβλήθηκε για την απόσυρση; Το βιβλίο περιέχει ορισμένες φράσεις «σεξουαλικού περιεχομένου» (όπως εύκολα αρέσκονται πολλοί να βάζουν ταμπελίτσες), και άρα δεν πρέπει να διαβαστεί από τα παιδιά άνω των 12 ετών.

Πρώτον. Η διαφορά μεταξύ λογοτεχνίας και πορνογραφίας είναι ότι στην πρώτη ο συγγραφέας χρησιμοποιεί λέξεις και φράσεις όχι για να κατασκευάσει ένα πορνογραφικό υλικό, αλλά για να υπηρετήσει μία λογοτεχνική ιστορία. Δηλαδή, ο Καραγάτσης, ο Εμπειρίκος αλλά και η Διδώ Σωτηρίου, που στα «Ματωμένα χώματα» περιγράφει τις βιαιότητες κατά των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, πρέπει να απαγορευθούν από τις σχολικές βιβλιοθήκες;
Υπάρχουν περί τις 700 βιβλιοθήκες σε γυμνάσια και λύκεια της χώρας και -αν μη τι άλλο- διαθέτουν βιβλιοθηκονόμο ή αποσπασμένο καθηγητή, ο οποίος μπορεί να «φιλτράρει» τις επιλογές των μαθητών με βάση την ηλικία τους, τα ενδιαφέροντά τους ή το επίπεδό τους.
Δεύτερον. Μήπως η απαγόρευση δείχνει ότι ζούμε σ' έναν «άλλο κόσμο» και δεν ξέρουμε τη σχολική πραγματικότητα; Ποιοι μαθητές διαβάζουν σήμερα; Εκείνο το παιδί που μετά τα χίλια δυο φροντιστήρια αγγλικών, γαλλικών κ.ο.κ. θα επιλέξει ένα λογοτεχνικό βιβλίο για τον ελεύθερο χρόνο του, σίγουρα έχει το κριτήριο να διακρίνει την ήρα από το στάρι, και καμιά θετική επίδραση δεν ασκεί στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς του η όποια νουθεσία (υπό τη μορφή, μάλιστα, της λογοκρισίας) από τους μεγάλους.
Τρίτον. Μήπως πρέπει να κλείσουμε τους νέους σε γυάλα; Ας δούμε τι συμβαίνει με τα κινητά τηλέφωνα στα σχολεία. Ας ακούσουμε το λεξιλόγιο των νέων. Ας δούμε τι συμβαίνει στο Ιντερνετ, για να κατανοήσουμε ότι δεν είναι καθόλου ρητορικό το ερώτημα…
Τέταρτον. Τι έχουμε να αντιτάξουμε στη σημερινή τηλεόραση, που εισβάλλει στην κυριολεξία μέσα σε κάθε σπίτι, με τις σκηνές βίας αλλά και τις εκπομπές κοινωνικού περιεχομένου όπου «η μάνα έχει σχέση με τον εξάδελφο της φίλης της κόρης της»;
Το να προσπαθούμε, σαν τάχα γνώστες της ηθικής και της αρετής, να κουνήσουμε το χέρι στους νέους υποδεικνύοντας τι τους πρέπει και τι δεν τους πρέπει, είναι εξίσου μια σκηνή βίας σε μία κοινωνία χωρίς έρμα και συνοχή.
Εάν θέλουμε να προσφέρουμε πολύτιμη υπηρεσία στους νέους θα πρέπει να τους προτείνουμε έναν καινούργιο, καλύτερο κόσμο. Και δυστυχώς, δεν μπορούμε να το κάνουμε. Γιατί αλλιώς θα το είχαμε φροντίσει ήδη για εμάς τους ίδιους.