Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2009

Βιβλιοθήκη Πανεπιστημίου Κύπρου «Στέλιος Ιωάννου»: Η στέγη της γνώσης.




Στην Κύπρο η καταγεγραμμένη γνώση θα έχει στέγη.
Μια στέγη που της αξίζει.
Μια στέγη που της ταιριάζει.


Δρ. Φίλιππος Τσιμπόγλου
Διευθυντής Βιβλιοθήκης Πανεπιστημίου Κύπρου

O συγγραφέας και ιστορικός του Αμερικανικού Εμφυλίου πολέμου Shelby Foote ορίζει το Πανεπιστήμιο «σύνολο κτηρίων γύρω από μια βιβλιοθήκη ». Σε ορισμένους μια τέτοια θεώρηση ίσως φανεί υπερβολική, αλλά για τους ανθρώπους της Ακαδημίας δεν είναι. Στη Βιβλιοθήκη εντοπίζονται, συγκεντρώνονται και οργανώνονται καταγεγραμμένες πληροφορίες και γνώση, ανεξάρτητα από τον τόπο και το χρόνο παραγωγής τους. Η βιβλιοθήκη είναι ο φυσικός και ταυτόχρονα ο νοητός χώρος, όπου συντελούνται δράσεις μετάδοσης, διερεύνησης, διεύρυνσης, αφομοίωσης αλλά και αμφισβήτησης και ανατροπής των καταγεγραμμένων πληροφοριών και γνώσεων. Στη βιβλιοθήκη οι ίδιοι άνθρωποι είναι ταυτόχρονα φορείς, υποκείμενα και αποτελέσματα των μαθησιακών διαδικασιών που συντελούνται γύρω τους και μέσα τους.

Παρά την μετάβαση στην εποχή της ηλεκτρονικής πληροφόρησης, οι άνθρωποι, το υλικό, τα εργαλεία και οι λειτουργίες μιας Ακαδημαϊκής Βιβλιοθήκης συνεχίζουν να χρειάζονται το φυσικό τους χώρο. Συνεχίζουν να χρειάζονται μια φιλόξενη στέγη, προσαρμοσμένη στα νέα και διαρκώς μεταβαλλόμενα χαρακτηριστικά της υβριδικής βιβλιοθήκης, δηλαδή μιας βιβλιοθήκης η οποία είναι πλήρως ηλεκτρονική, όσον αφορά τη διαχείριση, την πρόσβαση και τον έλεγχο των λειτουργιών της, ενώ από άποψη υλικού, περιλαμβάνει ταυτόχρονα στη συλλογή της και συμβατικό υλικό (έντυπο, οπτικοακουστικό) και περιεχόμενο σε ψηφιακή μορφή.
Στο Πανεπιστήμιο Κύπρου η στέγη αυτή έχει όνομα, είναι η Βιβλιοθήκη «Στέλιος Ιωάννου». Η γενναιόδωρη προσφορά της κας Έλλης Ιωάννου δίνει την ευκαιρία στο Πανεπιστήμιο Κύπρου –αλλά και στην Κύπρο γενικότερα- να αποκτήσει αυτή τη στέγη, ένα ξεχωριστό κτήριο που θα φιλοξενήσει την καταγεγραμμένη γνώση. Μια στέγη αντάξια της πληροφορίας και της γνώσης που συγκεντρώνεται και παράγεται στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Όχι μια κοινή στέγη, αλλά μια στέγη που αρμόζει με το υλικό και τις λειτουργίες που φιλοξενεί.

Το κτήριο υλοποιεί μια βασική ιδέα του διάσημου αρχιτέκτονα Jean Nouvel : ένα κτήριο-τεχνητός λόφος, σε αναγνωρίσιμο χαρακτηριστικό σχήμα του περιβάλλοντος χώρου (προσομοιάζει συνειδητά με τον παρακείμενο λόφο του Άρωνα) και ένα θόλο στην κορυφή της στέγης-οροπέδιο, που το διαφοροποιεί από το φυσικό και τεχνητό περιβάλλον και καθιστά το ίδιο πλέον το κτήριο αυτόνομα αναγνωρίσιμο. Με αυτό τον τρόπο το κτήριο-τεχνητός λόφος είναι μοναδικός. Ως κτήριο δεν θα μπορούσε να «δέσει» αλλού. Έχει θέση μόνο εκεί, χωροθετημένος δίπλα στο φυσικό όγκο του Άρωνα, που λειτουργεί ως αρχέτυπο στο κόσμο των εμπνεύσεων του αρχιτέκτονα. Ο ίδιος ο αρχιτέκτονας στη τελετή παρουσίασης της ιδέας το 2003, είχε δηλώσει ότι στις προθέσεις του ήταν να δημιουργήσει ένα έργο που δεν θα είχε θέσει σε κάποιον άλλο τόπο παρά μόνον εκεί, στην Λευκωσία, στην Πανεπιστημιούπολη, δίπλα στον Άρωνα. Ένα κτήριο που δεν θα μπορούσε να επαναληφθεί στο Παρίσι ή στο Λονδίνο, ούτε ως φόρμα ούτε ως λειτουργία, αλλά θα εξασφάλιζε την αρμονική ένταξη του τεχνητού δημιουργήματος στον περιβάλλοντα χώρο και θα αξιοποιούσε τα φυσικά, κλιματικά χαρακτηριστικά του τόπου.

Αυτό που προσλαμβάνει ο (προσεκτικός) Βιβλιοθηκονόμος - Επιστήμονας Πληροφόρησης, προσεγγίζοντας το κτήριο που θα συνδεθεί με τις λειτουργίες της νέας βιβλιοθήκης, είναι μια σειρά από μεταφορές. Σταδιακά, αναδύεται ένας διάλογος μεταξύ του φορέα (δηλ. του κτηρίου) και του περιεχομένου (δηλ. της βιβλιοθήκης). Χαρακτηριστικά των διαδικασιών, των προϋποθέσεων και των προσεγγίσεων που συναντώνται στις ψηφιακές βιβλιοθήκες, μοιάζουν να έχουν εφαρμογή στο σχεδιασμό του κτηρίου του Jean Nouvel. Αναφερόμαστε σε μεταφορές και όχι σε συμβολισμούς. Ο λόγος είναι ότι ο συμβολισμός προϋποθέτει το συνειδητό σχεδιασμό ώστε να προκαλείται συνειρμικά ο συσχετισμός. Στη περίπτωση του κτηρίου οι συσχετισμοί προκύπτουν φυσιολογικά από τις λειτουργίες ή τα χαρακτηριστικά των συσχετιζόμενων οντοτήτων. Ίσως ο ίδιος ο αρχιτέκτονας να μην είχε συνδέσει στις σχεδιαστικές επιλογές του με όλες αυτές τις μεταφορές, με όλα αυτά τα ζευγάρια σχέσεων και ταυτίσεων φορέα-κτηρίου και περιεχομένου-βιβλιοθήκη. Μπορεί αυτές οι συσχετίσεις να είναι παρατηρήσεις του γράφοντος. Αυτό, συμβαίνει με τα έργα τέχνης. Η πρόσληψή τους από διαφορετικά υποκείμενα δεν περιορίζεται σε αυτά που ο δημιουργός είχε στο νου ή στις προθέσεις του. Τα έργα τέχνης είναι, εκτός των άλλων, γεννήτορες συνειρμών. Και το κτήριο της Βιβλιοθήκης «Στέλιος Ιωάννου» είναι, εκτός των άλλων, ένα έργο τέχνης με την υπογραφή του Jean Nouvel. Το άρθρο αυτό επιχειρεί να επισημάνει κάποια στοιχεία-σχέσεις του συγκεκριμένου κτηρίου-φορέα και της συγκεκριμένης βιβλιοθήκης-περιεχομένου του κτηρίου. Κάποια στοιχεία που μπορεί να περάσουν απαρατήρητα από τον βιαστικό επισκέπτη, ο οποίος πρωτίστως (και δικαίως) θα εντυπωσιαστεί από τη φόρμα του κτηρίου και θα παραλείψει να τη συνδυάσει με τη χρήση και λειτουργία του.

Το κτήριο σχεδιάστηκε για να στεγάσει, inter alia, το νέο τύπο της βιβλιοθήκης και των υπηρεσιών πληροφόρησης που αναπτύσσονται στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Η Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Κύπρου είναι ήδη μια υβριδική βιβλιοθήκη, η συλλογή της συνδυάζει συμβατικό και ψηφιακό υλικό. Αλλά και το κτήριο είναι υβριδικό, συνδυάζει το φυσικό στοιχείο (το σχήμα του λόφου, τη χρήση του χώματος, τα φυσικά φυτά στις ειδικές υποδοχές στα «πρανή», στη στέγη του) και ταυτόχρονα το τεχνητό στοιχείο (τα πλέγματα που καλύπτουν το αφύτευτο τμήμα των «πρανών» και βέβαια τον επιβλητικό θόλο επί κεφαλής του λόφου-κτηρίου). Η πρώτη μεταφορά/συσχέτιση φορέα και περιεχομένου είναι ο υβριδικός χαρακτήρας αμφοτέρων.

Ο θεατής-παρατηρητής του λόφου-κτηρίου δεν αντιλαμβάνεται τι κρύβεται εντός του λόφου. Πρέπει πρώτα να εισέλθει στο λόφο-κτήριο για να του αποκαλυφθεί το κτήριο-βιβλιοθήκη που είναι μέσα, για μπορέσει να ανακαλύψει τους δομημένους χώρους, να αξιοποιήσει τις λειτουργίες, να εξερευνήσει το υλικό, να εντοπίσει την κατάλληλη πληροφορία. Το χαρακτηριστικό αυτό είναι κοινό και στο περιεχόμενο του κτηρίου, την ψηφιακή βιβλιοθήκη. Ένα από τα χαρακτηριστικά που διακρίνει το περιεχόμενο και τον τρόπο προσέγγισης της ψηφιακής βιβλιοθήκης από τους παραδοσιακούς τύπους βιβλιοθήκης, έγκειται στο γεγονός ότι, παρότι το ψηφιακό περιεχόμενο είναι υπαρκτό, εντούτοις κρύβεται, δεν είναι άμεσα ορατό και άμεσα χρησιμοποιήσιμο από τον επισκέπτη. Ο επισκέπτης πρέπει να «εισέλθει», να «μπει» στο πληροφοριακό σύστημα για να αξιοποιήσει τις λειτουργίες του συστήματος, να εξερευνήσει και να εντοπίσει το ψηφιακό περιεχόμενο και να εντοπίσει την κατάλληλη πληροφορία. Αυτή η «απαραίτητη» διαδικασία εισόδου τονίζεται ιδιαίτερα στο σχεδιασμό του κτηρίου από τον επιμήκη διάδρομο-ράμπα που οδηγεί στην κεντρική είσοδο του κτηρίου. Ο διάδρομος συμβάλλει σε μια εμπειρική αίσθηση της ανακάλυψης, της εισόδου στον κόσμο της μάθησης.

Στην περίπτωση του κτηρίου, ο θεατής πρέπει να μετατραπεί σε επισκέπτη για να αμειφθεί με τον πλούτο που φυλάσσεται στο λόφο. Στην περίπτωση της ψηφιακής βιβλιοθήκης ο επισκέπτης πρέπει να μετατραπεί σε χρήστη για να αποζημιωθεί. Και στις δυο περιπτώσεις ο πλούτος δεν αποκαλύπτεται παρά μόνο όταν μπεις, όταν εισέλθεις.

Στο κέντρο του κτηρίου, κάτω ακριβώς από το θόλο της στέγης κυριαρχεί ο κώνος, ξεκινά από τη βάση του κτηρίου και διατρέχει όλο το ύψος μέχρι τον τρίτο όροφο. Το ηλιακό φώς που διέρχεται από το θόλο αντανακλά στις κεκλιμένες καμπύλες επιφάνειες του κώνου. Ο φυσικός φωτισμός επιτυγχάνεται με τη μεσολάβηση του κώνου και τη διάχυση του ηλιακού φωτός σε όλους τους ορόφους που χρειάζονται. Η αποστολή της βιβλιοθήκης-«κώνου» συνοψίζεται στη διάχυση της πληροφορίας (αντανάκλαση της γνώσης) στους επιστημονικούς τομείς-«ορόφους» του Πανεπιστημίου και ακόμη ευρύτερα περιλαμβάνει τη μεσολάβηση της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κύπρου στη διάχυση της πληροφορίας που χρειάζονται οι τομείς δραστηριότητας της κυπριακής κοινωνίας και οικονομίας.

Ο επιβλητικός θόλος της στέγης τονίζει με ακραία έμφαση το τεχνητό στοιχείο του κτηρίου. Τη δυνατότητα του ανθρώπου να κατασκευάζει. Τοποθετημένος όμως στο λόφο υποδηλώνει, ταυτόχρονα και με την ίδια έμφαση, την ανάγκη ύπαρξης φυσικού υποστρώματος στις ανθρώπινες δημιουργίες. Η ίδια αντιστοιχία συναντάται στην ψηφιακή βιβλιοθήκη, όπου το νοηματικό στοιχείο, το περιεχόμενο νόημα της ψηφιακής πληροφορίας, αυτό που αποτελεί το αντικείμενο των δραστηριοτήτων της βιβλιοθήκης και το ζητούμενο των χρηστών της, τοπικών ή απομακρυσμένων, το άυλο των διατυπώσεων, των ιδεών, των εννοιών, εδράζεται στο φυσικό υπόστρωμα του υλικού καταγραφής.

Το κτήριο θα στεγάζει όλες τις εσωτερικές λειτουργίες και τις υπηρεσίες της Βιβλιοθήκης και της Υπηρεσίας Πληροφορικών Συστημάτων, θα αποτελεί ένα «μονοθυρικό σημείο εξυπηρέτησης» (one stop shopping) προς τους χρήστες. Οι χρήστες ήδη μπορούν να αξιοποιήσουν μια σειρά από υπηρεσίες που προσφέρονται μέσω ενός νοητού «μονοθυρικού σημείου» στον ιστότοπο της Βιβλιοθήκης. Μέσα από την ίδια οθόνη ξεδιπλώνονται προσβάσεις σε βάσεις δεδομένων και ηλεκτρονικά περιοδικά πλήρους κειμένου, σε ηλεκτρονικά βιβλία και υπηρεσίες εξ αποστάσεως μάθησης, σε διαχείριση προσωπικών βιβλιογραφιών και αλληλεπιδραστικές λειτουργίες με άλλους χρήστες.

Όμως η απλή συγκέντρωση ποικίλων υπηρεσιών στον ίδιο φυσικό χώρο (κτήριο) ή η απλή συνύπαρξη στην ίδια σελίδα-οθόνη ή στην ίδια διαδικτυακή διεύθυνση δεν συνεπάγεται μονοθυρική εξυπηρέτηση. Το περιεχόμενο από μόνο του δεν είναι ο βασιλιάς . Το πρόβλημα των σύγχρονων βιβλιοθηκών είναι η διασύνδεση των επιμέρους πληροφοριακών οντοτήτων, είτε πρόκειται για λειτουργίες είτε πρόκειται για υλικό και όχι απλά η ύπαρξη ή διάθεση του περιεχομένου ή του υλικού ή των πηγών. Η πρόκληση και στον πραγματικό κόσμο του κτηρίου της Βιβλιοθήκης και στο νοητό κόσμο του ιστότοπου της βιβλιοθήκης είναι η εργαλειακή-λειτουργική, δυναμική διασύνδεση ανομοιογενών υπηρεσιών, συστημάτων και περιεχομένου για την κάλυψη των εκάστοτε εξατομικευμένων πληροφοριακών αναγκών του κάθε χρήστη. Εκεί αποσκοπεί η προσέγγιση της δημιουργίας θεματικών ορόφων, όπου θα συγκεντρώνονται-διασυνδέονται όλα τα είδη σχετικού υλικού και οι υπηρεσίες, σε μια ανθρώπινη κλίμακα ορατά και άμεσα προσιτά, σε απόσταση μερικών μόνον μέτρων, όπου κάθε χρήστης θα αισθάνεται ότι βρίσκεται στη δική του βιβλιοθήκη. Η προσέγγιση αυτή, επιχειρεί να μεταφέρει την ιδέα της νοητής «my library» από το διαδικτυακό κόσμο του ιστότοπου της Βιβλιοθήκης στο πραγματικό κόσμο του κτηρίου της βιβλιοθήκης.

Τα σχέδια της Βιβλιοθήκης «Στέλιος Ιωάννου» είναι έτοιμα από διετίας, κοστολογημένα και εγκεκριμένα από την Πολεοδομική και τις άλλες Υπηρεσίες. Αναμένουν την κυβερνητική έγκριση για χρηματοδότηση και έναρξη των κατασκευών. Τα σχέδια έχουν τύχει της υποστήριξης δύο υπουργών Παιδείας μέχρι τώρα, αλλά αντιμετωπίζουν το σκεπτικισμό των αντίστοιχων υπουργών Οικονομικών, παρά τη γενναιόδωρη προσφορά των δωρητών. Η αναμονή για την έγκριση χρηματοδότησης προκαλεί κάποιες σκέψεις για μια τελευταία μεταφορά-συσχετισμό, με τη μορφή προβληματισμού. Στην τοπική μας κοινωνία θα κυριαρχήσει τελικά η βραχυπρόθεσμη προοπτική της λογιστικής λογικής που από τη φύση των ισολογισμών έχει εμβέλεια έτους ή η μακροσκοπική προοπτική της επένδυσης στην παιδεία, των εξωτερικών οικονομιών και των πολλαπλασιαστικών επιπτώσεων που έχει εμβέλεια γενεών; Η εξέλιξη της υλοποίησης των σχεδίων της Βιβλιοθήκης «Στέλιος Ιωάννου» θα το δείξει.

(Από το περιοδικό του Πανεπιστημίου Κύπρου "Ενδείκτης", τχ.18, Δεκ. 2008, σσ: 29-34)

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Entyposiako! Elpizo na ginei pragmatikotita.

Αναγνώστες

Αρχειοθήκη ιστολογίου