Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2019

Στην Αλεξανδρούπολη έβαλαν βιβλία αντί για μυαλά στα κάγκελα

Άρθρο Μαρίνου Νομικού
Kάνει τον γύρο του ίντερνετ το “πιο όμορφο σχολείο της Ελλάδας” όπως χαρακτηρίστηκε -και όχι άδικα- το 1ο Δημοτικό Σχολείο της Αλεξανδρούπολης και στάθηκε αδύνατο ν’ αντισταθώ στον πειρασμό. Είναι βλέπετε η γενέτειρά μου, το σχολείο μου και δεν μπόρεσα να αποφύγω ένα κράμα νοσταλγίας, υπερηφάνειας αλλά και θλίψης κάνοντας την αναπόφευκτη σύγκριση με το γκρίζο των κυπριακών σχολείων - τόσο στην όψη όσο (κυρίως) στο περιεχόμενο με τις Σιούφτες, τα στρατιωτικά αγήματα, τον εθνικισμό και τη θρησκοληψία.


Στο 1ο Δημοτικό Σχολείο της Αλεξανδρούπολης λοιπόν είπαν να ξεφορτωθούν το γκρίζο, το ανιαρό, το τετριμμένο και το απρόσωπο τουλάχιστον από την όψη. Με πρωτοβουλία του Συλλόγου Γονέων και Κηδεμόνων ανατέθηκε στην ομάδα καλλιτεχνών γκραφίτι Crew Mitroulakis η μεταμόρφωση της πρόσοψης του κτηρίου σε κυψέλη με εμφανή τον παραλληλισμό: στο μελίσσι καθείς έχει τον ρόλο του στην εύρυθμη λειτουργία και την παραγωγή του μελιού που εδώ είναι η γνώση. Τόσο απλό και συνάμα πανέξυπνο.


Όμως το καλύτερο το άφησαν για την εξώπορτα. Την εποχή που σκέφτονται στην Κύπρο να μετατρέψουν τα σχολεία σε φρούρια με περισσότερα κάγκελα, περιφράξεις, μαντρότοιχους και φρουρούς, η είσοδος του 1ου Δημοτικού της Αλεξανδρούπολης μετατράπηκε σε βιβλιοθήκη όπου φιγουράρουν οι “ράχες” από κλασικά αριστουργήματα όπως ο “Γύρος του κόσμου σε 80 μέρες”, ο “Μικρός Πρίγκιπας” , το “Καπλάνι της Βιτρίνας”, το “Ένα παιδί μετράει τα άστρα”κ.ά. Ούτε εδώ ο συμβολισμός της “πόρτας στη γνώση” δεν πέρασε απαρατήρητος.


Κι όλα αυτά στο δημοτικό σχολείο μιας πόλης που απέχει μόλις λίγα χιλιόμετρα από τα σύνορα με την Τουρκία, θέση που διαχρονικά αποτελούσε πρόσφορο έδαφος για την καλλιέργεια τυφλού εθνικισμού, αν και τα τελευταία χρόνια οι χιλιάδες Τούρκοι τουρίστες που κατακλύζουν την πόλη κάθε καλοκαίρι (για το διάσημο φρέσκο ψάρι της αλλά και το καζίνο) ανάγκασαν πολλούς υπερπατριώτες Αλεξανδρουπολίτες να βγάλουν τις φουστανέλες και να τυπώσουν τουρκικά μενού.


Δεν είμαι από τους αφελείς που πιστεύουν ότι μια εικαστική παρέμβαση θα λύσει ουσιαστικά προβλήματα ή ότι εμβαθύνει περισσότερο από την επιφάνεια που καλύπτουν τα όμορφα σχέδια, όμως κοιτώντας τις φωτογραφίες του 1ου Δημοτικού (το σχολείο που πήγαινα αλλά στο παλιό, νεοκλασικό, κτήριο του 1933 που βρίσκεται ακόμα στον ίδιο προαύλιο χώρο με το νεότερο “ομορφότερο”) σκέφτομαι ότι με τόση ομορφιά, φαντασία, έμπνευση και δημιουργικότητα αποκλείεται να πάει κάτι στραβά. Κι άσε τους δικούς μας να προτάσσουν όπλα, μίσος, φανατισμό και βαρύγδουπα, κούφια δήθεν πατριωτικά λογύδρια.

Σάββατο, 13 Ιουλίου 2019

Τους δώσαμε άραγε ένα βιβλίο;

Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα των συζητήσεων για το τι φταίει που οι μαθητές μας αντιμετωπίζουν πρόβλημα στο μάθημα των Νέων Ελληνικών, θυμήθηκα ένα περιστατικό στο οποίο ήμουν μάρτυρας πριν από μερικά χρόνια. Ένα απόγευμα σε μία καφετέρια, στο διπλανό τραπέζι καθόταν ένα νεαρό ζευγάρι με το μικρό τους κοριτσάκι, περίπου δυόμισι ετών. Όταν το παιδάκι άρχισε να είναι ανήσυχο, οι γονείς έψαξαν στην τσάντα για να βρουν το τάμπλετ για να απασχοληθεί λίγο και να «ξεχαστεί». 
Δεν μπορώ να σας περιγράψω τον «πανικό» που επικράτησε όταν συνειδητοποίησαν ότι το τάμπλετ μάλλον… ξεχάστηκε στο σπίτι. Αφού πέρασαν μερικά λεπτά, η λύση στην «αναστάτωση» ήταν ένα περιοδικό που κατέληξε στα χέρια του παιδιού για να αποσπάσει λίγο την προσοχή και την ανησυχία. Κοιτάζοντας το παιδάκι από το δίπλα τραπέζι, συνειδητοποίησα ότι με το μικρό του δακτυλάκι «πατούσε» τη σελίδα του περιοδικού περιμένοντας να αλλάξει η εικόνα. Όταν αυτή δεν άλλαζε, απευθύνθηκε στους γονείς προσπαθώντας να εξηγήσει ότι «χάλασε». Προφανώς το παιδάκι αυτό, όπως και αρκετά άλλα, περνούσε και ίσως περνάει πολλές ώρες με την τάση της εποχής. Υπολογιστές, ταμπλέτες, κινητά, ηλεκτρονικά παιγνίδια. 

Η εικόνα, θυμάμαι τότε, μας προβλημάτισε. Ήταν, άραγε, δυνατό ένα παιδάκι να μην έχει τη «δεξιότητα» να γυρίσει σελίδα; Τόσο μικρό και είχε τη «δεξιότητα» να χειρίζεται με μαεστρία ένα τάμπλετ; Να ενθουσιαστείς ή να στενοχωρηθείς; Σίγουρα, να προβληματιστείς. Σήμερα, έχοντας στο μυαλό την εικόνα εκείνη αλλά και μπροστά μας τα αποτελέσματα των Νέων Ελληνικών, απογοητευτικά για άλλη μια χρονιά, ας αφήσουμε στην άκρη τα χιλιοειπωμένα περί πολιτικών αποφάσεων, αλλαγών, συστημάτων (που σαφώς και χρειάζονται), κι ας αρχίσουμε από κάτι πιο απλό και απλοϊκό. Που δεν χρειάζεται επιστήμονας, ειδικός και γλωσσολόγος να μας το επισημάνει: Ας δώσουμε ένα βιβλίο στα παιδιά. Ας ξεκινήσουμε από το παραμύθι και ας προχωρήσουμε ανάλογα με την ηλικία τους. Ας τα βάλουμε από νωρίς στον κόσμο της σελίδας, του χαρτιού, του μελανιού, αφού στον κόσμο της τεχνολογίας βρίσκονται ήδη και σίγουρα θα την αξιοποιήσουν στο έπακρον. Ας διαβάσουμε μαζί τους. Ας τους χαρίσουμε ένα βιβλίο έστω κι αν μας δείξουν τη δυσαρέσκειά τους γιατί περίμεναν ένα άλλο δώρο. Και η δυσαρέσκεια αυτή ας γίνει η αφορμή για μια συζήτηση με τα παιδιά για την ύλη, τα αγαθά, τις αξίες, την ανάγκη για ανάπτυξη του μυαλού και της σκέψης, της φαντασίας και της δημιουργικότητάς τους. 
 Ευαγγελία Σιζοπούλου  e.sizopoulou@phileleftheros.com  Φιλελεύθερος 1/7/2019

Παρασκευή, 12 Ιουλίου 2019

ΑΚΕΛ για Κυπριακή Βιβλιοθήκη: ερώτηση στη Βουλή


Ανακοίνωση
 
Ο Κοινοβουλευτικός Εκπρόσωπος του ΑΚΕΛ- Αριστερά- Νέες Δυνάμεις Γιώργος Λουκαΐδης, μέσω των διαδικασιών της Βουλής, κατέθεσε ερώτηση σχετικά με το μέλλον της Κρατικής Βιβλιοθήκης.
Η ερώτηση κατατέθηκε έπειτα από συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Παιδείας στην οποία αναφέρθηκε ότι το Υπουργικό Συμβούλιο αναίρεσε προηγούμενη απόφαση του για παραχώρηση χώρου για ανέγερση Κρατικής Βιβλιοθήκης.
 
Ερώτηση του βουλευτή εκλογικής περιφέρειας Λευκωσίας
Γιώργου Λουκαΐδη
 
Στη συνεδρία της Επιτροπής Παιδείας της Βουλής ημερομηνίας 26/6/2019 κατά τη συζήτηση του θέματος για την Κυπριακή Κρατική Βιβλιοθήκη αναφέρθηκε από τους αρμόδιους κρατικούς λειτουργούς, καθώς και από εκπροσώπους φορέων ότι το Υπουργικό Συμβούλιο σε συνεδρίαση του στις 23 Ιανουαρίου 2019 ακύρωσε προηγούμενη απόφαση του (2016) για παραχώρηση τεμαχίου στο χώρο της Αρχιγραμματείας (παλαιό κτίριο Υπουργείου Οικονομικών και ανοικτός χώρος δυτικά του πιο πάνω κτηρίου που εφάπτεται της Λεωφόρου Βύρωνος) για σκοπούς ανέγερσης της Βιβλιοθήκης.
 
Παρακαλούμε τον αρμόδιο Υπουργό να μας ενημερώσει για την πιο πάνω απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και τι προτίθεται να κάνει για ένα κορυφαίο θέμα πολιτισμού για την Κύπρο, όπως είναι η ανέγερση της Κρατικής Βιβλιοθήκης, η οποία αυτή τη στιγμή είναι διάσπαρτη σε τέσσερα, ακατάλληλα γι’ αυτό το σκοπό, κτίρια. 
 
Να υπενθυμίσουμε ότι ο Υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού απαντώντας σε ερωτήσεις βουλευτών του ΑΚΕΛ για τον κρατικό προϋπολογισμό του 2019, σε επιστολή του ημερομηνίας 11/12/2018 αναφέρει τα εξής: «Έχει εγκριθεί ο χώρος ανέγερσης για την Κυπριακή Βιβλιοθήκη, παρά το παλαιό κτίριο του Υπουργείου Οικονομικών. Το έργο έχει αποφασιστεί να περιληφθεί στον αναπτυξιακό προγραμματισμό της Κυβέρνησης το 2020 και κατά τον σχεδιασμό του έχουν ληφθεί υπόψη τα σύγχρονα δεδομένα, όπως πχ η ψηφιοποίηση του υλικού».
 
Σημειώνουμε τέλος,  ότι ο ίδιος ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά τα εγκαίνια του Δημοτικού Θεάτρου Λευκωσίας στις 18 Ιουνίου 2019, δηλαδή μετά την σχετική απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, έκανε αναφορά στη «χωροθέτηση και τον σχεδιασμό της νέας Κυπριακής Βιβλιοθήκης» ως έργο που μεταξύ άλλων, προάγουν την πολιτική δραστηριότητα και ανάπτυξη της πρωτεύουσας.
 
Διερωτόμαστε τι τελικά ισχύει: Η απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου του 2016 ή η απόφαση της 23
ης Ιανουαρίου του 2019;
 
09/07/2019
  

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2019

Κυπριακές βιβλιοθήκες: παρελθόν, παρόν και μέλλον

Από το μπλογκ του Καθ. Π. Παπαπολυβίου (Δεκ. 2018 - αλλά πάντα επίκαιρο...)
Τα εγκαίνια του εντυπωσιακού κτιρίου της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κύπρου αποτελούν σημαντικό σταθμό στην ιστορία των κυπριακών βιβλιοθηκών και μεγάλο γεγονός για την πνευματική και πολιτιστική ζωή του τόπου. Τύχη αγαθή, η λειτουργία του νέου κτιρίου της πανεπιστημιακής βιβλιοθήκης στη Λευκωσία, συνέπεσε χρονικά με την επιστροφή και πάλι, ύστερα από την κτιριακή ανακαίνιση, της Δημοτικής Πανεπιστημιακής Βιβλιοθήκης Λεμεσού στο πανέμορφο Μέγαρο Πιλαβάκη, αλλά και την κυκλοφορία ενός σημαντικού βιβλίου για την ιστορία της, από τον Ανδρέα Μακρίδη, με τίτλο «Η Δημοτική Βιβλιοθήκη Λεμεσού. Η ίδρυση και η πορεία της διαμέσου των χρόνων» (Λευκωσία: «Εν Τύποις», 2018).
Αν επιχειρήσουμε να εντοπίσουμε τους κύριους σταθμούς στην ιστορία των δημόσιων βιβλιοθηκών στη νεότερη Κύπρο θα σταθούμε στις βιβλιοθήκες των Ελληνικών Σχολών του 19ου αιώνα, κυρίως της Λευκωσίας και της Λεμεσού. Στην πρωτεύουσα, η καταστροφική πυρκαγιά του 1920 που αποτέφρωσε το Παγκύπριο Γυμνάσιο, κατέστρεψε ολοκληρωτικά τα βιβλία της παλιάς βιβλιοθήκης, στερώντας μας από πολύτιμα τεκμήρια του 19ου αιώνα και προηγούμενων εποχών. Η λειτουργία της Σεβερείου Βιβλιοθήκης, το 1949, προίκισε το Παγκύπριο με την πιο σημαντική σχολική βιβλιοθήκη, που προκάλεσε στην εποχή της ανάλογο ενθουσιασμό με την πρόσφατη γενική ευφορία από τη γενναία δωρεά της οικογένειας Ιωάννου για την ανέγερση του κτιρίου της βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κύπρου.
Αντίστοιχα, σημαντικές βιβλιοθήκες διέθεταν η Αρχιεπισκοπή, οι Μητροπόλεις και οι μεγάλες μονές. Για διάφορους λόγους, όμως, στις μέρες μας διασώθηκαν μόνο μικρά τμήματα από το σύνολο των παλαιών βιβλίων τους, με πιο σημαντική, σήμερα, τη Βιβλιοθήκη του Κέντρου Μελετών της Μονής Κύκκου, που δημιουργήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες. Ακόμη χειρότερη τύχη στην πορεία του χρόνου, κατά κανόνα, είχαν οι βιβλιοθήκες των αναγνωστηρίων και των πρώτων συλλόγων των πόλεων.
Στον 20ό αιώνα, το 1927, ο κυβερνήτης Ronald Storrs, ο πιο λόγιος κυβερνήτης της Αγγλοκρατίας, με μεγάλη αγάπη για το βιβλίο, ίδρυσε τη δημόσια βιβλιοθήκη στη Λευκωσία, τη βάση για τη σημερινή κρατική «Κυπριακή Βιβλιοθήκη». Μάλιστα, πρότεινε για τη διεύθυνσή της έναν άλλο φανατικό βιβλιόφιλο, δημιουργό μιας από τις μεγαλύτερες ιδιωτικές βιβλιοθήκες του νησιού, τον δικηγόρο Αχιλλέα Αιμιλιανίδη, που όπως ήταν αναμενόμενο αρνήθηκε. Έξι χρόνια αργότερα,  το 1933, ιδρύθηκε από την εκκλησία της Φανερωμένης και μια ομάδα σημαντικών λογίων της πρωτεύουσας, η βιβλιοθήκη της Φανερωμένης, η πιο σπουδαία ελληνική δημόσια βιβλιοθήκη του νησιού, που γνώρισε τη μέγιστη ακμή της κατά την περίοδο 1935-1960. Μετά τη μεταφορά της στα υπόγεια της Αρχιεπισκοπής, επί των ημερών του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου Α΄, συμπτύχθηκε με τις βιβλιοθήκες της Αρχιεπισκοπής και της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών και μετονομάστηκε σε βιβλιοθήκη του Ιδρύματος Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄.
Τις δυο μεσοπολεμικές βιβλιοθήκες μιμήθηκαν τα Δημαρχεία των πόλεων, μετά την επανάληψη των δημοτικών εκλογών, στη δεκαετία του 1940. Οι πιο σημαντικές δημοτικές βιβλιοθήκες ήταν της Λεμεσού, που ιδρύθηκε από τον Πλουτή Σέρβα, της Αμμοχώστου, από τον Αδάμ Αδάμαντος, και της Πάφου, από τον Χριστόδουλο Γαλατόπουλο. Στην Αμμόχωστο υπήρχε και η πιο σημαντική ιδιωτική βιβλιοθήκη του νησιού, του Μήτσου Ν. Γ. Μαραγκού, που  λεηλατήθηκε μεθοδικά από τους Τούρκους εισβολείς το 1974, στα πρότυπα ανάλογων ναζιστικών «επιχειρήσεων», στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, εναντίον της εβραϊκής πνευματικής και πολιτιστικής κληρονομιάς. Άλλες σπουδαίες ιδιωτικές βιβλιοθήκες είναι στη Λάρνακα οι βιβλιοθήκες Πιερίδη και Φοίβου Σταυρίδη και στη Λευκωσία του Θεόδωρου Παπαδόπουλλου.
Σήμερα, τα πράγματα έχουν αλλάξει αισθητά στον χώρο των βιβλιοθηκών μετά την ίδρυση των πανεπιστημίων στην Κύπρο. Σε όλες, πανεπιστημιακές και μη, εργάζονται δεκάδες βιβλιοθηκονόμοι. Σχεδόν όλοι με σχετικά πτυχία, αφοσίωση, τεχνογνωσία και ενθουσιασμό. Όμως τα προβλήματα συνεχίζουν να υπάρχουν με πιο φλέγοντα την έλλειψη συνεργασίας και την ασυνεννοησία μεταξύ των βιβλιοθηκών, τη μεγάλη καθυστέρηση στην ψηφιοποίηση, την τραγική μείωση των κονδυλίων για αγορά βιβλίων και συνδρομές σε ηλεκτρονικές βάσεις.
Στα χρόνια μέχρι και το 1960, όταν ο απλός κόσμος συνέρρεε διψασμένος για γνώση στις κυπριακές βιβλιοθήκες, αυτές συνδέθηκαν με τα λιγοστά πρόσωπα που τις υπηρετούσαν. Ανεβαίνοντας τα σκαλιά του ιστορικού κτιρίου της Βιβλιοθήκης της Φανερωμένης ακούς να αντηχεί το κρυστάλλινο γέλιο του αείμνηστου Κωνσταντίνου Χατζηψάλτη, ενώ στη Λεμεσό η Δημοτική Βιβλιοθήκη είχε τη σφραγίδα του Νικόλα Ξιούτα και ταυτίστηκε για γενιές αναγνωστών με τη γλυκειά μορφή της Λευκής Κυριακίδου. Και αντίστοιχα στην Αμμόχωστο, με τον Γιώργο Φ. Πιερίδη. Μαζί με τους μεγάλους ευεργέτες ας θυμόμαστε και τους σκαπανείς και τους αφανείς ανθρώπους των βιβλιοθηκών μας.
Δημοσιεύθηκε και στην εφημ. «Ο Φιλελεύθερος», στις 22 Δεκεμβρίου 2018

Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2019

Η βιβλιοθήκη και ο βαθύς ρατσισμός μας

Δεν το συνηθίζω, θα γράψω όμως σήμερα μια προσωπική εμπειρία που αφορά άμεσα την Κυπριακή Βιβλιοθήκη και που καταδεικνύει, θεωρώ, ότι τα προβλήματά της είναι πολλά, βαθιά και μάλλον άλυτα, αν δεν χτυπηθούν στη ρίζα τους.
Τον περασμένο Απρίλη συμμετείχα με πολλούς άλλους ανθρώπους στις εκδηλώσεις της δράσης “Η Λευκωσία που διαβά-Ζει”, τις οποίες οργάνωσαν οι Εκδόσεις Εν Τύποις με αφορμή τη Μέρα Βιβλίου. Μία από τις εκδηλώσεις ήταν μια περιδιάβαση σε βιβλιοθήκες και βιβλιοπωλεία στην παλιά πόλη.
Η περιδιάβαση δεν ξεκίνησε πολύ καλά. Πρώτος σταθμός, η Κυπριακή Βιβλιοθήκη πίσω από το δημαρχείο. Το πρώην, επί της Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Πρόκειται για το ένα από τα τέσσερα κτήρια στα οποία στεγάζεται η Κυπριακή Βιβλιοθήκη και θεωρείται το “κεντρικό”. Τα άλλα τρία είναι μία αποθήκη στον Στρόβολο, το Αναγνωστήριο στη Φανερωμένη και ένας χώρος επίσης στη Φανερωμένη που στεγάζει ερευνητικές συλλογές.
Κατά την ξενάγησή μας στη βιβλιοθήκη, η λειτουργός ανέφερε ότι δεν μπορούν να γίνουν μέλη της, για να δανείζονται βιβλία, άτομα τρίτων χωρών. Γιατί; Ρώτησα. Θα χάνονται τα βιβλία, μόνο Ευρωπαίοι δικαιούνται κ.λπ. Η απάντησή της δεν δικαιολογούσε τα αδικαιολόγητα.
Επέστρεψα στην εφημερίδα την επόμενη μέρα και πήρα τηλέφωνο τον διευθυντή της Κυπριακής Βιβλιοθήκης για να μάθω γιατί άνθρωποι τρίτων χωρών δεν μπορούν να δανειστούν ένα βιβλίο από αυτή την πολύ φιλόξενη χώρα στην οποία, προφανώς, ζούμε. Ο διευθυντής αρχικά μου είπε ότι μάλλον δεν κατάλαβα καλά. Ευτυχώς είχα μάρτυρες. Έπειτα με διαβεβαίωσε ότι δικαιούνται και πως ήταν λάθος της λειτουργού. Ζήτησα τον κανονισμό της βιβλιοθήκης. Μου τον έστειλε προχτές, μετά από τρία τουλάχιστον τηλεφωνήματα.
O κανονισμός λέει ότι οποιοσδήποτε μόνιμος κάτοικος Κύπρου δικαιούται να είναι μέλος της βιβλιοθήκης. Για πρακτικούς λόγους, επειδή χρειάζεται μόνιμη διεύθυνση ώστε να ξέρουν πού να βρουν κάποιον σε περίπτωση που δεν επιστρέψει τα δανεισμένα βιβλία. Αν δεν είναι κάποιος μόνιμος κάτοικος Κύπρου, χωρίς να διευκρινίζει αν είναι Κύπριος, Ευρωπαίος πολίτης ή πολίτης τρίτης χώρας, τότε μπορεί να τον εγγυηθεί ένας μόνιμος κάτοικος Κύπρου και ακολούθως να εγκριθεί από τον διευθυντή.
Ο διευθυντής με διαβεβαίωσε ότι “εννοείται ότι θα εγκριθεί οποιοσδήποτε, είναι μια τυπική διαδικασία”.
Έχουν σημασία, όμως, οι κανονισμοί, την ώρα που ένας πολίτης τρίτης χώρας βρεθεί στην πόρτα της Κυπριακής Βιβλιοθήκης και του πει ο λειτουργός της ότι δεν δικαιούται να δανείζεται βιβλία;
Ξέρετε πόσοι πολίτες τρίτων χωρών διαμένουν στην Κύπρο; Χιλιάδες. Ξέρετε πόσων πολιτών τρίτων χωρών τα παιδιά φοιτούν στα σχολεία της Κύπρου και θα μπορούσε να τους εξυπηρετεί η Κυπριακή Βιβλιοθήκη; Επίσης χιλιάδες.
Συμπερασματικά, η θέση της λειτουργού ότι “δεν δανείζουμε βιβλία σε πολίτες τρίτων χωρών” ήταν μια χοντράδα αλλά και μια λεπτομέρεια αφενός του πόσο βαθύς είναι ο ρατσισμός της χώρας, αφετέρου του πόσο οπισθοδρομικά λειτουργεί η Κυπριακή Βιβλιοθήκη και επομένως του πόσο επιβάλλεται ο εκσυγχρονισμός της.
Κι αυτά, ας προβληματίσουν όσους πολιτεύονται αλλά και όσους περιμένουν στις καρέκλες τους είτε την προαγωγή ή τη συνταξιοδότησή τους και δεν λαμβάνουν ριζικές αποφάσεις για την Κυπριακή Βιβλιοθήκη, βυθίζοντας ακόμη πιο πολύ στο σκοτάδι το όμορφο αυτό νησί. Νησάκι.
Άρθρο της Μερόπης Μωϋσέως από το Παράθυρο της εφ. Πολίτης 8/7/2019

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2019

Κρατική Βιβλιοθήκη… στο ράφι...

Τις μέρες που ο υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού Κώστας Χαμπιαούρης υπέγραφε μνημόνιο συναντίληψης για συνεργασία μεταξύ της Κυπριακής Βιβλιοθήκης και της Εθνικής Βιβλιοθήκης του Ιράν, γινόταν γνωστό ότι το Υπουργικό Συμβούλιο της κυβέρνησης Αναστασιάδη αποφάσιζε να αναιρέσει απόφασή του, του 2015, με την οποία παραχωρούσε τεμάχιο στην περιοχή της Αρχιγραμματείας για την ανέγερση Κυπριακής Βιβλιοθήκης. Και κάτι εβδομάδες αργότερα, ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης αναφερόταν -κατά την ομιλία του στα εγκαίνια του Δημοτικού Θεάτρου Λευκωσίας- στην Κυπριακή Βιβλιοθήκη που θα ανεγερθεί και είναι στα πλάνα της κυβέρνησής του και θα αλλάξει το πολιτιστικό τοπίο κ.λπ. κ.λπ.
Κι όμως, στις 25 Ιουνίου, στο πλαίσιο συνεδρίας της Επιτροπής Παιδείας της Βουλής των Αντιπροσώπων, ξεκαθαρίστηκε ότι με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου, το τεμάχιο στην Αρχιγραμματεία δεν εκχωρείται για την ανέγερση κτηρίου της Κυπριακής Βιβλιοθήκης. Και τώρα;
Θορυβήθηκε ο Πρόεδρος: Σύμφωνα με πληροφορίες του “Π”, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θορυβήθηκε έντονα από τα δημοσιεύματα που ακολούθησαν και έδωσε οδηγίες όπως το θέμα της Κυπριακής Βιβλιοθήκης επανεξεταστεί. Οι ίδιες πληροφορίες αναφέρουν ότι ο ΠτΔ ζήτησε να ετοιμαστεί φάκελος με το ιστορικό της ανέγερσης κτηρίου της Κυπριακής Βιβλιοθήκης, με σκοπό την αλλαγή της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου.
Ο χρόνος θα φανερώσει τις πραγματικές προθέσεις του ΠτΔ, καθώς στο τέλος της ημέρας, η δημιουργία Κρατικής Βιβλιοθήκης είναι θέμα πολιτικής βούλησης. Θα προχωρήσει στην ανάκληση της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου ώστε να εκχωρηθεί, και πάλι, το τεμάχιο για την ανέγερση της βιβλιοθήκης ή θα πειστεί, εκ νέου, για το “ορθόν” της απόφασης;
“Θετική η κυβέρνηση”: Κληθείς να σχολιάσει, ο υπουργός Παιδείας και Πολιτισμού Κώστας Χαμπιαούρης ανέφερε στο “Π” ότι η κυβέρνηση είναι θετική στο θέμα δημιουργίας Κρατικής Βιβλιοθήκης. Όταν ερωτήθηκε πώς είναι θετική όταν ακυρώνει την εκχώρηση τεμαχίου για την ανέγερσή της, ανέφερε ότι η κυβέρνηση θα προχωρήσει με την εξεύρεση νέου χώρου. Δεν διευκρίνισε κατά πόσο αυτός ο νέος χώρος θα αφορά υφιστάμενο κτήριο ή τεμάχιο γης ενώ σημείωσε, επίσης, ότι θα καλέσει συνάντηση με τη Συμβουλευτική Επιτροπή για την Κυπριακή Βιβλιοθήκη και όλους τους αρμόδιους για να καθοριστούν τα επόμενα βήματα. Πηγές, πάντως, αναφέρουν ότι οι αρμόδιοι στη δημόσια υπηρεσία που έχουν την ευθύνη για τη βιβλιοθήκη, δηλαδή ο ίδιος ο Υπουργός, ο διευθυντής της Κυπριακής Βιβλιοθήκης και ο διευθυντής των Πολιτιστικών Υπηρεσιών, παραπέμπουν το θέμα της Βιβλιοθήκης στο… Υφυπουργείο Πολιτισμού που κάποτε θα δημιουργηθεί.
Ποιοι συμβουλεύουν;
Ο Περί της Κυπριακής Βιβλιοθήκης νόμος του 1987 προνοεί τη σύσταση επταμελούς Συμβουλευτικής Επιτροπής της Κυπριακής Βιβλιοθήκης. Αυτή η επιτροπή υπάρχει, αλλά -για να καταδειχθεί και το μέγεθος της κρατικής ευθύνης περί της Κυπριακής Βιβλιοθήκης- μέχρι τη θητεία του Ανδρέα Δημητρίου στο Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, ποτέ ένας/ μία βιβλιοθηκονόμος δεν διορίστηκε ως μέλος της εν λόγω επιτροπής! Μόνο επί θητείας του κ. Δημητρίου υπήρξε η -άτυπη- συμφωνία να διορίζονται σε αυτή την επιτροπή και κάποιοι αρμόδιοι (!), κι αυτό ύστερα από αίτημα της ΚΕΒΕΠ, της Κυπριακής Ένωσης Βιβλιοθηκονόμων – Επιστημόνων Πληροφόρησης, το 2009. “Απαιτούμε η επιτροπή να στελεχώνεται με εμπειρογνώμονες και άτομα με άμεση εμπλοκή στα βιβλιοθηκονομικά θέματα” ανέφερε η ΚΕΒΕΠ μετά τη συνεδρία στη Βουλή για το θέμα της βιβλιοθήκης, πριν από δέκα χρόνια! Στην ίδια συνεδρία σημείωνε την “εγκληματική αδιαφορία” που έχει επιδείξει διαχρονικά η πολιτεία για την Κυπριακή Βιβλιοθήκη.
Από Δημητρίου σε Χαμπιαούρη
Αξίζει σε αυτό το σημείο να επισημανθεί ότι ήταν ο κ. Δημητρίου που ζήτησε, το 2009, μια πρόταση για την αναβάθμιση της Κυπριακής Βιβλιοθήκης. Το ζήτησε από τον Φίλιππο Τσιμπόγλου, τέως διευθυντή της Βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Κύπρου -ο οποίος αυτή τη στιγμή είναι ο διευθυντής της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος [ναι, αυτής που στεγάζεται στο Κέντρο Πολιτισμού Σταύρος Νιάρχος στην Αθήνα και επισκεπτόμαστε ως τουρίστες μαζί με εκατοντάδες άλλους ανθρώπους κάθε μέρα]- και από τον βιβλιοθηκονόμο Ανδρέα Κ. Ανδρέου. Εκείνη η πρόταση που ζητήθηκε το 2009 από τον Ανδρέα Δημητρίου έγινε το “Στρατηγικό σχέδιο ανάπτυξης της Κυπριακής Βιβλιοθήκης” και παραδόθηκε στον υπουργό το 2010. Αν το σχέδιο αυτό υλοποιούνταν τότε, και δη με ποσό ύψους 6,5 εκατ. ευρώ, θα είχαμε σήμερα Κρατική Βιβλιοθήκη. Ο κ. Δημητρίου έφυγε και το στρατηγικό σχέδιο μπήκε στα συρτάρια των υπουργών που τον διαδέχτηκαν. Το ίδιο και η συμφωνία για διορισμό βιβλιοθηκονόμων στην Συμβουλευτική Επιτροπή. Οι υπουργοί αδιαφόρησαν πλήρως για τα θέματα της Κρατικής Βιβλιοθήκης μέχρι που διορίστηκε στην ίδια θέση ο υπουργός Κώστας Καδής. Επί της δικής του θητείας κερδήθηκε η δέσμευση για το τεμάχιο στην Αρχιγραμματεία. Μπήκαν και σχετικοί άνθρωποι στην προαναφερθείσα επιτροπή. Ο κ. Καδής έφυγε κι αυτός και τον διαδέχτηκε ο κ. Χαμπιαούρης. Με τα γνωστά αποτελέσματα και με ένα ακόμη “δεσμεύομαι” του Προέδρου της Δημοκρατίας ώστε η Κρατική Βιβλιοθήκη “να προχωρήσει”. Για να πάει πού, επαναλαμβάνουμε, άγνωστο.
Στο μεταξύ, από το 2017 διευθυντής της Κυπριακής Βιβλιοθήκης είναι ο Δημήτρης Νικολάου, το γραφείο του οποίου βρίσκεται στις Πολιτιστικές Υπηρεσίες του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού. Ο κ. Νικολάου, ο οποίος γνώριζε από τον Απρίλιο για την απόφαση του Υπουργικού, δεν ανταποκρίθηκε στις κλήσεις μας για να σχολιάσει την ακύρωση της εκχώρησης τεμαχίου για την Κρατική Βιβλιοθήκη.
Στέγαση απαραίτητη
Είναι σημαντικό να καταστεί σαφές ότι το θέμα της στέγασης είναι κομβικής σημασίας για τη σωστή λειτουργία μιας κρατικής Κυπριακής Βιβλιοθήκης, η οποία τώρα όχι μόνο υπολειτουργεί αλλά είναι ωσάν να μην υπάρχει: χωρίς κατάλληλη κτηριακή υποδομή, υποστελεχωμένη και χωρίς οργανωτική δομή που να της επιτρέπει να κάνει, έστω, τα απαραίτητα, ανταποκρινόμενη σε ό,τι ορίζεται ως Εθνική Βιβλιοθήκη από την UNESCO και από τον νόμο του 1987 που διέπει την κυπριακή βιβλιοθήκη: “Σκοπός της βιβλιοθήκης είναι η απόκτηση, επιστημονική βιβλιοθηκονομική επεξεργασία, διαφύλαξη και προβολή όσο το δυνατό περισσότερου υλικού και ιδιαίτερα του συνόλου της εκδοτικής παραγωγής της Κύπρου και μιας όσο το δυνατόν πιο μεγάλης και αντιπροσωπευτικής συλλογής υλικού […], η προαγωγή και ενθάρρυνση χρήσης αυτού του υλικού από το κοινό […]” και πολλά άλλα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι με το θέμα της στέγασης και λειτουργίας της Κυπριακής Βιβλιοθήκης είχε ασχοληθεί το 2014 και η επίτροπος Διοικήσεως και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ύστερα από παράπονο για τη μη υλοποίηση της απόφασης του Υπουργικού Συμβουλίου του 2003 για τη στέγαση της βιβλιοθήκης, που υπέβαλε η πρόεδρος του συνδέσμου “Φίλοι της Κυπριακής Κρατικής Βιβλιοθήκης”, κ. Κλαίλια Τομπόλη Θεοδούλου. Υπενθυμίζεται ότι η απόφαση του 2003 αφορούσε τη συμπερίληψη της Κυπριακής Βιβλιοθήκης στο Μέγαρο Πολιτισμού. Σε απόφαση του 2004, όμως, δεν γινόταν καμία αναφορά στην Κυπριακή Βιβλιοθήκη. Εν τέλει, ούτε η βιβλιοθήκη έγινε, ούτε το μέγαρο.
Πάντως, στην έκθεσή της του 2014, η επίτροπος Ελίζα Σαββίδου ανέφερε: “Αντιλαμβάνομαι ότι στην παρούσα δύσκολη οικονομική συγκυρία, το […] εγχείρημα θα συναντήσει το σκόπελο της αδυναμίας του κράτους να συμπεριλάβει ανάμεσα στις προτεραιότητές του τόσο τη στέγαση της Κυπριακής Βιβλιοθήκης όσο και την κατάλληλη στελέχωση, την τεχνολογική αναβάθμιση και την προώθηση στο κοινό των υπηρεσιών δημόσιας βιβλιοθήκης ευρύτερα. Εντούτοις, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι ιδίως εν καιρώ οικονομικής κρίσης, η ανάγκη του κοινού για πρόσβαση σε δωρεάν υπηρεσίες πληροφόρησης, εκπαίδευσης, ψυχαγωγίας και πολιτισμού καθίσταται ακόμα πιο έντονη και επιτακτική. Ο δε ρόλος του βιβλίου στην ατομική καλλιέργεια, στην προσωπική απελευθέρωση, στη δημιουργική έκφραση, στην καταπολέμηση του φόβου και στην εμπέδωση της κοινωνικής ειρήνης αναδεικνύεται ακόμα πιο σημαντικός. Συνεπώς, είναι πεποίθησή μου ότι τώρα είναι ακόμα πιο κατάλληλη η στιγμή για αναβάθμιση της Κυπριακής Βιβλιοθήκης”.
Άρθρο της Μερόπης Μωϋσέως από το Παράθυρο της εφ. Πολίτης, Κυριακή 7/6/2019.

Αναγνώστες

Αρχειοθήκη ιστολογίου